μετάγγιση


μετάγγιση
[мэтангиси] ουσ. Θ. переливание жидкости, крови,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μετάγγιση" в других словарях:

  • μετάγγιση — η 1. η μεταφορά υγρού από ένα δοχείο σε ένα άλλο: Η μετάγγιση λαδιού. 2. «μετάγγιση αίματος», η εισαγωγή αίματος υγιούς ατόμου στην κυκλοφορία του αίματος αρρώστου ή πάσχοντος ατόμου για θεραπευτικούς σκοπούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μετάγγιση — η 1. η μεταφορά υγρού από ένα αγγείο σε άλλο 2. η μεταφορά και η μετάδοση σε άλλο τόπο ή σε άλλα πρόσωπα ιδεών, εθίμων, μεθόδων κ.λπ. 3. φρ. «μετάγγιση αίματος» ιατρ. η ενδοφλέβια χορήγηση αίματος ενός ατόμου σε άλλο άτομο που τό έχει ανάγκη.… …   Dictionary of Greek

  • μετάγγιση ανταλλαγής — (αφαιμαξομετάγγιση). Μετάγγιση αίματος δωρητή σε ανταλλαγή του μεγαλύτερου μέρους του κυκλοφορούντος αίματος ενός ασθενούς. Εφαρμόζεται σε περιπτώσεις δηλητηριάσεων ή σε βρέφος για την αφαίρεση της χολερυθρίνης, εφόσον έχει εντοπιστεί… …   Dictionary of Greek

  • μετάγγιση αίματος — Η άμεση έγχυση αίματος ή συστατικών αίματος (ερυθρών ή λευκών αιμοσφαιρίων, αιμοπεταλίων, ορού αλβουμίνης κλπ.) στην κυκλοφορία, για αναπλήρωση αίματος από εγχείρηση ή τραυματισμό ή για την αντιμετώπιση ασθένειας. Μ.α. πραγματοποιούνταν από τον… …   Dictionary of Greek

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • σίφωνας — Σωλήνας ή αγωγός κυρτός, σε σχήμα περίπου U, που χρησιμοποιείται για τη μετάγγιση υγρών από το ένα δοχείο στο άλλο, όταν το δεύτερο είναι τοποθετημένο κάτω από τη στάθμη του υγρού που περιέχεται στο πρώτο. Η λειτουργία του στηρίζεται στη συνοχή… …   Dictionary of Greek

  • μείγμα — Ετερογενές σύστημα, του οποίου τα συστατικά (τα οποία ονομάζονται και φάσεις) διατηρούν τις ιδιότητές τους ανεξάρτητα από τον βαθμό στον οποίο έχουν αναμιχθεί. Για το λόγο αυτό, είναι δυνατός ο διαχωρισμός τους είτε με φυσικές μεθόδους, όπως… …   Dictionary of Greek

  • Έιτζ — (AIDS, αγγλ. αρκτικόλεξο των λέξεων Acquired Immune Deficiency Syndrome). Η διεθνής ονομασία που επικράτησε για το Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας, λοιμώδη νόσο που προκαλείται από τον ιό HIV (HIV 1HIV 2), ο οποίος προσβάλλει τα… …   Dictionary of Greek

  • έγκαυμα — Βλάβη των ιστών, που προκαλείται από θερμότητα, καυστικές χημικές ουσίες, ηλεκτρισμό ή ηλεκτομαγνητική ακτινοβολία, που δρουν κυρίως με την πήξη των πρωτεϊνών του πρωτοπλάσματος, καταστρέφοντας τα κύτταρα. Τα αποτελέσματα της δράσης της… …   Dictionary of Greek

  • ένεση — Μέθοδος εισαγωγής φαρμάκου ή εμβολίου στους ιστούς ή στο αίμα, με τη χρήση κατάλληλου οργάνου. Τα κύρια πλεονεκτήματα της μεθόδου αυτής, σε σχέση με τη χορήγηση των φαρμάκων από το στόμα, είναι η δυνατότητα να υπολογίζεται με ακρίβεια η δόση, η… …   Dictionary of Greek